WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μίτος

noun

μίτοςΛεπτή κλωστή ή νήμα που χρησιμοποιείται για ράψιμο ή ύφανση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #916 · 22 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα