maˈʝa
Ετυμολογίαμαγιά < (άμεσο δάνειο) τουρκική maya < περσική مايه (māya)
- ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση
- figurativelyο αρχικός πυρήνας που θα δώσει στο μέλλον μια καινούρια εξέλιξη
“αυτή η μικρή παρέα μουσικών ήταν η μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου καλλιτεχνικού ρεύματος”
Τύποιμαγιά(singular, nominative) · μαγιάς(genitive, singular) · μαγιά(accusative, singular) · μαγιά(singular, vocative) · Μαγιά(feminine) · Μαγιάς(masculine) · Magia(transliteration, Latin)