Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΑΜΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μαμών
noun
μαμών
—
Χρήμα ή πλούτος, συνήθως με αρνητική χροιά (λατρεία του χρήματος).
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#794 · 22 Αυγούστου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις