Ετυμολογίαμαφία < αγγλική Mafia < σικελική mafia < αραβική
- εγκληματική οργάνωση με ρίζες στη Σικελία που δρα στις ΗΠΑ
- άλλης εθνικότητας εγκληματική οργάνωση
- figurativelyένας κύκλος προσώπων που δρα παράνομα στο εσωτερικό ενός οργανισμού
- figurativelyένα άτομο με μεγάλη εξυπνάδα και ικανότητα
“μεγάλη μαφία ο Δημητράκης!”
Τύποιμαφία(singular, nominative) · μαφίες(nominative, plural) · μαφίας(genitive, singular) · μαφιών(genitive, plural, rare) · μαφία(accusative, singular) · μαφίες(accusative, plural) · μαφία(singular, vocative) · μαφίες(vocative, plural) · μαφία(feminine)