Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μείνω
ρήμα
μείνω
—
Ρήμα: παραμένω/μένω κάπου ή σε μια κατάσταση, δεν φεύγω ή δεν αλλάζω.
Wiktionary →
Dictionary
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μένω
θα μείνω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μένω
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#701 · 21 Μαΐου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment