WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μείνω

verb

μείνωΡήμα: παραμένω/μένω κάπου ή σε μια κατάσταση, δεν φεύγω ή δεν αλλάζω.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #701 · 21 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα