Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΕΛΙΑ
A WORD EXAMINED
μελία
noun — a portrait in meaning space
noun
μελία
—
Δέντρο (φράξος) ή το ξύλο του, που χρησιμοποιείται συχνά για έπιπλα και εργαλεία.
Βικιλεξικό →
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις