A word examined

μελία

noun
5 letters·Ελληνικά
noun

μελίαΔέντρο (φράξος) ή το ξύλο του, που χρησιμοποιείται συχνά για έπιπλα και εργαλεία.

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα