A WORD EXAMINED

μελία

noun — a portrait in meaning space
noun

μελίαΔέντρο (φράξος) ή το ξύλο του, που χρησιμοποιείται συχνά για έπιπλα και εργαλεία.

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα