WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μηνών

ουσιαστικό

μηνώνΓενική πληθυντικού του «μήνας»: των μηνών (π.χ. διάρκεια σε μήνες).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1291 · 31 Δεκεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet