ˈmɲa.u
Originμιάου: (αγγλισμός) < (άμεσο δάνειο) αγγλική meow (ηχομιμητική λέξη), το ελληνικό νιάου
- νιάου, η φωνή της γάτας
“※ Μιάου, μιάου, κάνει πάλι το γατάκι, σαν να λέει: πάρε με μέσα, σε παρακαλώ.”
“Papaloizos, Theodore C. (2009) Μια Ελληνική Οικογένεια σελίδα 75”
Formsμιάου(invariable)