miˈɣas
Ετυμολογίαμιγάς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μιγάς (μισός έλληνας, μισός ξένος) < αρχαία ελληνική μιγάς (ανάκατος) < μ(ε)ίγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meyḱ-, *meyǵ- (αναμειγνύω)
:* για τον θρησκευτικό όρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς
- που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές
- μιγαδικός
- μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
Τύποιμιγάς(singular, nominative) · μιγάδες(nominative, plural) · μιγά(genitive, singular) · μιγάδων(genitive, plural) · μιγά(accusative, singular) · μιγάδες(accusative, plural) · μιγά(singular, vocative) · μιγάδες(vocative, plural) · μιγάς(masculine, feminine) · μιγάδας(masculine, feminine) · μιγάδα(masculine, feminine) · Μιγάς(singular, nominative) · Μιγάδες(nominative, plural) · Μιγά(genitive, singular) · Μιγάδων(genitive, plural) · Μιγά(accusative, singular) · Μιγάδες(accusative, plural) · Μιγά(singular, vocative) · Μιγάδες(vocative, plural) · Μιγάς(masculine)