A word examined

μικρο

other
5 letters·Ελληνικά

μικρο—Στοιχείο/πρόθημα που σημαίνει «μικρός, σε μικρή κλίμακα» (π.χ. μικρόβιο, μικροκλίμα).

Κανένα σχόλιο ακόμα