WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μισού

επίθετο

μισούΓενική ενικού του «μισός»: του μισού, δηλ. του 50% ή του ενός από τα δύο ίσα μέρη.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1280 · 20 Δεκεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet