WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μιστό

adjective

μιστόΤο «μιστό» είναι το ουδέτερο του «μιστός» και σημαίνει «μισθωτός/αμειβόμενος», δηλ. κάτι που πληρώνεται με μισθό.

Daily Puzzle #1671 · 15 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα