Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΝΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μονών
μονών
—
γενική πληθυντικού του μονός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του μονός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του μονή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του μονό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#266 · 12 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις