WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μορτή

μορτήτο μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργώντας το

Wiktionary →
Daily Puzzle #1185 · 16 Σεπτεμβρίου 2024
·Archive
No comments yet