Originμορτή < αρχαία ελληνική μορτή < μείρομαι
- το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργώντας το
Formsμορτή(singular, nominative) · μορτές(nominative, plural) · μορτής(genitive, singular) · μορτών(genitive, plural) · μορτή(accusative, singular) · μορτές(accusative, plural) · μορτή(singular, vocative) · μορτές(vocative, plural) · μορτή(feminine)