Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΤΕΡ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μοτέρ
μοτέρ
—
ο κινητήρας
Wiktionary →
Λεξικό
Ετυμολογία
μοτέρ < (λόγιο δάνειο) γαλλική moteur
noun
ο κινητήρας
Τύποι
μοτέρ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Appeared In
Daily Puzzle
#44 · 2 Αυγούστου 2021
Share
·
Archive
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις