Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΥΛΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μουλά
μουλά
—
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουλάς
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μουλά < γενική ενικού του αρσενικού Μουλάς
noun
accusative, genitive, singular, vocative
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μουλάς
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
μουλά
(masculine)
·
Μουλά
(feminine)
·
Μουλάς
(masculine)
·
Moula
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1576 · 12 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις