Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΧΘΩ
A WORD EXAMINED
μοχθώ
a portrait in meaning space
μοχθώ
—
εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μοχθώ < αρχαία ελληνική μοχθῶ
verb
εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια
Πηγή: Βικιλεξικό
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
labour
English
travailler
French