Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΧΘΏ
A word examined
μοχθώ
5 letters
·
Ελληνικά
μοχθώ
—
εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μοχθώ < αρχαία ελληνική μοχθῶ
verb
εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια
Πηγή: Βικιλεξικό
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
labour
English
travailler
French