ˈba.la, ˈba.ɫa
Ετυμολογίαμπάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάλα, πάλα με [b] < [p] από την αιτιατική: την πάλα< (αναδανεισμός) βενετική bala (< σύγχρονη ιταλική palla) < (…) < μεσαιωνική λατινική bala, pala < πρωτογερμανική *balluz / *ballô (μπάλα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰoln- (φουσκάλα) < *bʰel- (φυσώ, φουσκώνω, διογκώνω)
- σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές
- οποιοδήποτε αντικείμενο με σφαιρικό σχήμα
- το ποδόσφαιρο
- δεμένη μεγάλη ποσότητα υλικού, παραλληλεπιπέδου ή κυλινδρικής μορφής, δεμάτι
- χριστουγεννιάτικο στολίδι δένδρου σε σχήμα μπάλας
- γυναικείο επώνυμο
- η πρώην ονομασία της Ροδόπολης Αττικής
“※ Τὸ ἐν τοῖς Μεσογείοις χωρίον Μπούρα, ἢ κατά τινας τῶν σημερινῶν χωρικῶν «Μπουράνι» λεγόμενον, ἔκειτο μεταξὺ τῶν δύο ἀπ’ αὐτοῦ τμηθέντων κατόπιν χωρίων Σπάτα καὶ Μπάλα, καὶ ἠρημώθη εἰς τὴν γενικὴν ἐρ”
Τύποιμπάλα(singular, nominative) · μπάλες(nominative, plural) · μπάλας(genitive, singular) · μπάλα(accusative, singular) · μπάλες(accusative, plural) · μπάλα(singular, vocative) · μπάλες(vocative, plural) · μπάλα(feminine) · Μπάλα(feminine) · Bala(transliteration, Latin)