WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μπήκε

verb

μπήκεΑόριστος του «μπαίνω»: εισήλθε/πέρασε μέσα σε έναν χώρο ή κατάσταση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #925 · 31 Δεκεμβρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα