Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΠΗΞΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μπήξω
μπήξω
—
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
θα μπήξω: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπήγω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1019 · 3 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις