baˈli
OriginΜπαλί < αγγλική Bali < μπαλινέζικη ᬩᬮᬶ (Bali) < σανσκριτική बलि-द्वीप (bali-dvīpa, νησιά προσφορών) ή σανσκριτική वली-द्वीप (valī-dvīpa, νησιά των κυμάτων)
- νησί της Ινδονησίας, ανατολικά της Ιάβας
FormsΜπαλί(invariable, neuter)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0