WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μπετό

noun

μπετόΣκυρόδεμα, υλικό οικοδομής από τσιμέντο, άμμο, χαλίκι και νερό.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1647 · 22 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα