ˈblok
Originμπλοκ < (λόγιο δάνειο) γαλλική bloc ή από την αγγλική block (συμπαγής μάζα ξύλου, πέτρας) < μέση αγγλική blok < παλαιά γαλλικά bloc < μέση ολλανδική blok < παλαιά ολλανδικά *blok πρωτογερμανική *blukką < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰulǵ- < *bʰelǵ- (δοκός, σανίδα)
- δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κάποιος να κόψει ένα φύλλο από τη δέσμη και να το δώσει σε άλλον
“μπλοκ αποδείξεων, μπλοκ επιταγών, μπλοκ εισιτηρίων”
“μπλοκ ζωγραφικής”
- figurativelyομάδα ομοειδών πραγμάτων
- figurativelyομάδα, σύνολο ή συνασπισμός ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις ή χαρακτηριστικά
- ύψωση των χεριών των παικτών στο βόλεϊ, ώστε να αποκρουστεί το καρφί ή η μπαλιά των αντιπάλων
- σύνολο δεδομένων (λέξεων, χαρακτήρων κ.λπ.) που λαμβάνονται ως μια ενότητα
- συμπαγές κομμάτι οικοδομικού υλικού (με ποικίλη σύσταση)
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Formsμπλοκ(invariable, neuter) · Μπλοκ(masculine, feminine) · Blok(transliteration, Latin)