Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΠΟΥΜ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μπουμ
μπουμ
—
δυνατός θόρυβος, κρότος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
μπουμ < (ηχομιμητική λέξη)
noun
δυνατός θόρυβος, κρότος
Τύποι
μπουμ
(invariable, neuter)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 11
#96 · 15 Ιουλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 5
#69 · 18 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 2
#27 · 7 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 21
#21 · 1 Μαΐου 2026
Sedecordle
Πλέγμα 16
#15 · 25 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 7
#15 · 25 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 24
#7 · 17 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#279 · 25 Μαρτίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
1
boom
English