Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΠΟΥΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μπουν
μπουν
—
γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπαίνω
θα μπουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος μπαίνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Octordle
Πλέγμα 6
#87 · 6 Ιουλίου 2026
Quordle
Πλέγμα 3
#70 · 19 Ιουνίου 2026
Dordle
Πλέγμα 2
#30 · 10 Μαΐου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 29
#9 · 19 Απριλίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 4
#5 · 15 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#1391 · 10 Απριλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις