ˈbo.ɾa
Ετυμολογίαμπόρα < (άμεσο δάνειο) βενετική bora (ιταλικά boread) < λατινική Boreas < αρχαία ελληνική Βορέας (αντιδάνειο)
- η ξαφνική έντονη βροχή με μικρή διάρκεια, ξαφνική βροχόπτωση ισχυρή ή και καταρρακτώδης
- η καταιγίδα
- figurativelyοι άσχημες περιστάσεις στη ζωή
- στην έκφραση «άνεμος τύπου μπόρα (bora)»: καταβάτης άνεμος που φέρει ψυχρό ρεύμα αέρα
“※ […] ξηρός άνεμος που ονομάζεται Φέν (Foehn). […] πνέουν ∆ και Ν∆ άνεμοι (Λίβας). […] Βέβαια υπάρχουν και άλλοι τοπικοί χαρακτηριστικοί άνεμοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, όπως οι” — Κολιτσικόπουλος, Ευριπίδης, et al. Εισαγωγή στη μετεωρολογία. Μια εκπαιδευτική προσέγγιση. Μέρος Α΄. Παιδαγωγική ομάδα του Κ.Π.Ε. Μακρινίτσας. Μακρινίτσα Πηλίου: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευ
Τύποιμπόρα(singular, nominative) · μπόρες(nominative, plural) · μπόρας(genitive, singular) · μπόρα(accusative, singular) · μπόρες(accusative, plural) · μπόρα(singular, vocative) · μπόρες(vocative, plural) · μπόρα(feminine) · μπόρα(invariable) · Μπόρα(feminine) · Μπόρας(masculine) · Bora(transliteration, Latin)