A word examined

μπότα

5 letters·Ελληνικά

μπότα—κλειστό και ψηλό παπούτσι που καλύπτει το πόδι αρκετά πάνω από τον αστράγαλο

Βικιλεξικό →
Quordle Πλέγμα 1 #186 · 13 Οκτωβρίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 12 #178 · 5 Οκτωβρίου 2026
Octordle Πλέγμα 3 #124 · 12 Αυγούστου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα