Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΚΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μόκας
μόκας
—
γενική ενικού του μόκα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μόκας < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του μόκα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Μόκας
(masculine)
·
Μόκα
(feminine)
·
Mokas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#975 · 19 Φεβρουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις