Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μόνοι
επίθετο
μόνοι
—
«μόνοι»: μόνοι τους, χωρίς άλλους· πληθυντικός του «μόνος».
Appeared In
Daily Puzzle
#168 · 4 Δεκεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment
Dictionary
adj
ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
pron
ονομαστική πληθυντικού, αρσενικού γένους του μόνος
“να βρείτε τη λύση μόνοι σας”
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0