WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μόνοι

adjective

μόνοι«μόνοι»: μόνοι τους, χωρίς άλλους· πληθυντικός του «μόνος».

Sedecordle Πλέγμα 16 #105 · 24 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 15 #90 · 9 Ιουλίου 2026
Sedecordle Πλέγμα 6 #84 · 3 Ιουλίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 4 #59 · 8 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 22 #20 · 30 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #1730 · 15 Μαρτίου 2026
Daily Puzzle #168 · 4 Δεκεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα