OriginΜόνου <→ λείπει η ετυμολογία
- genitive, masculine, singularγενική ενικού, αρσενικού γένους του μόνος
- genitive, neuter, singularγενική ενικού, ουδέτερου γένους του μόνος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
FormsΜόνου(masculine, feminine) · Monou(transliteration, Latin)