ˈmo.ɾi.o
Ετυμολογίαμόριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μόριον (μέρος ενός όλου). Για την ανατομία και τη γραμματική, ελληνιστική σημασία. Για τα μόρια αξιολόγησης: άγνωστης ετυμολογίας
- η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
“Ένα μόριο νερού αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου.”
“※ Υδροξυενώσεις είναι οι οργανικές που περιέχουν στο μόριο τους ένα ή περισσότερα υδροξύλια (ΟΗ) και διακρίνονται σε αλκοόλες (αλειφατικές, κυκλικές και αρωματικές) και στις φαινόλες. (Χημεία (Β Λυκεί”
- άκλιτη λέξη που δεν ανήκει στα γνωστά δέκα μέρη του λόγου και χρησιμεύει π.χ. στο σχηματισμό χρόνων και εγκλίσεων ή αρνητικών προτάσεων
“※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, ”
“το μόριο «δε» γράφεται με τελικό ν πριν από...”
“Ως μέρος λόγου, στα νέα ελληνικά, τα μόρια είναι: ας, για, μα, θα, να και κατά ορισμένες γραμματικές, τα ναι, όχι, δε(ν), μη(ν)” — → δείτε Παράρτημα:Γραμματική#μόρια
- αχώριστο μόριο: πρόθημα που δεν υπάρχει ως αυτόνομη λέξη
“το αχώριστο μόριο α- είναι τις περισσότερες φορές στερητικό”
- οποιοδήποτε τμήμα του ανθρώπινου σώματος
“έπαθε θλάση μορίων στο μηρό”
- εξωτερικό τμήμα του γεννητικού οργάνου
- σύγχρονη μονάδα βαθμολογίας ή αξιολόγησης
“Για να προσληφθείτε χρειάζεστε αρκετά περισσότερα μόρια.”
“Στις εξετάσεις πήγε πολύ καλά και μάζεψε αρκετά μόρια.”
Τύποιμόριο(singular, nominative) · μόρια(nominative, plural) · μορίου(genitive, singular) · μόριου(genitive, singular) · μορίων(genitive, plural) · μόριο(accusative, singular) · μόρια(accusative, plural) · μόριο(singular, vocative) · μόρια(vocative, plural) · μόριο(neuter)