Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΟΡΤΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μόρτη
μόρτη
—
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μόρτη < γενική ενικού του αρσενικού Μόρτης
noun
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Μόρτη
(feminine)
·
Μόρτης
(masculine)
·
Morti
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#432 · 25 Αυγούστου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις