Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΥΓΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μύγας
μύγας
—
γενική ενικού του μύγα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Μύγας < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του μύγα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Μύγας
(masculine)
·
Μύγα
(feminine)
·
Mygas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#572 · 12 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις