ˈmi.li
OriginΜύλοι < μύλοι < πληθυντικός αριθμός του μύλος
- nominative, plural, vocativeονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύλος
- ιστορικό χωριό της Αργολίδας
“στους Μύλους στρατοπέδευσε ο Κολωκοτρόνης πριν τη μάχη στα Δερβενάκια το 1822”
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
Formsμύλοι(masculine) · Μύλοι(nominative, plural) · Μύλων(genitive, plural) · Μύλους(accusative, plural) · Μύλοι(vocative, plural) · Μύλοι(masculine, plural-only)