WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

μύλων

noun

μύλωνΓενική πληθυντικού του «μύλος»: οι μύλοι, δηλ. μηχανές/κτίρια που αλέθουν σιτηρά ή άλλα υλικά.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #632 · 13 Μαρτίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα