Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΥΡΤΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μύρτα
noun
μύρτα
—
Η μυρτιά, αρωματικός αειθαλής θάμνος (μυρτιά).
Λεξικό
ˈmiɾ.ta
Ετυμολογία
Μύρτα < Μυρτώ
noun
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτο
name
γυναικείο όνομα
γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μύρτας)
romanization
γυναικείο όνομα, αντίστοιχο του Μυρτώ
Τύποι
μύρτα
(neuter)
·
Μύρτα
(feminine)
·
Myrta
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#677 · 27 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
3
myrta
English
myrta
Italian
myrta
Spanish