ˈmiɾ.ta
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτο
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μύρτας)
- γυναικείο όνομα, αντίστοιχο του Μυρτώ
Formsμύρτα(neuter) · Μύρτα(feminine) · Myrta(transliteration, Latin)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0