Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΥΣΙΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μύσις
μύσις
—
το κλείσιμο ή η σύσφιξη των βλεφάρων ή των χειλιών
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈmi.sis
Ετυμολογία
μύσις < αρχαία ελληνική μύω
noun
το κλείσιμο ή η σύσφιξη των βλεφάρων ή των χειλιών
η παροδική συστολή ή η μόνιμη στένωση της κόρης του ματιού, ως αποτέλεσμα της αντανάκλασης του φωτός ή της λήψης φαρμάκων
Τύποι
μύσις
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#144 · 10 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις