WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νάνων

noun

νάνωνΓενική πληθυντικού του «νάνος»: πολύ κοντός άνθρωπος ή μυθικό μικρόσωμο πλάσμα.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #190 · 26 Δεκεμβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα