Ετυμολογίανάφθα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή νάφθα.
- γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
“※ Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.2 Νάφθα - Πετροχημικά, ※ @ebooks.edu.gr” — Νάφθα είναι το κλάσμα της απόσταξης του αργού πετρελαίου που βρίσκεται μεταξύ της βενζίνης και της κηροζίνης. Το κλάσμα αυτό αποτελείται κυρίως από αλκάνια με 5 έως 9 άτομα άνθρακα.
- generalακάθαρτο πετρέλαιο
Τύποινάφθα(singular, nominative) · νάφθες(nominative, plural) · νάφθας(genitive, singular) · ναφθών(genitive, plural) · νάφθα(accusative, singular) · νάφθες(accusative, plural) · νάφθα(singular, vocative) · νάφθες(vocative, plural) · νάφθα(feminine)