A word examined

νάφθα

noun
5 letters·Ελληνικά
noun

νάφθα—γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα