WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νέφος

noun

νέφοςΣύννεφο, μάζα από υδρατμούς ή καπνό που αιωρείται στον αέρα.

Dordle Πλέγμα 2 #54 · 3 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 20 #18 · 28 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #717 · 6 Ιουνίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα