ˈne.fos
Originνέφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νέφος
: νέφος καπνού < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική cloud
- formalτο σύννεφο
- η πυκνή (ορατή) συγκέντρωση στην ατμόσφαιρα καπνού και άλλων ρύπων
“νέφος αιθαλομίχλης, φωτοχημικό νέφος”
- figuratively, plural-normallyοι ενδείξεις για μια αρνητική εξέλιξη
- στους γαλαξίες μικρό και μεγάλο νέφος του Μαγγελάνου
- ο χώρος μέσα στον οποίο κινούνται τα ηλεκτρόνια γύρω από τον πυρήνα
Formsνέφος(singular, nominative) · νέφη(nominative, plural) · νέφους(genitive, singular) · νεφών(genitive, plural) · νέφος(accusative, singular) · νέφη(accusative, plural) · νέφος(singular, vocative) · νέφη(vocative, plural) · νέφος(neuter) · Νέφος(masculine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0