WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νεύσε

5 letters·Ελληνικά
verb

νεύσε—Έγνεψε· έκανε νεύμα (συνήθως με το κεφάλι) για να δείξει κάτι ή να χαιρετήσει.

Daily Puzzle #1602 · 7 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα