WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νικάν

verb

νικάνΡήμα που σημαίνει «κερδίζω, υπερισχύω σε αγώνα ή διαγωνισμό».

Daily Puzzle #26 · 15 Ιουλίου 2021
·Archive
Κανένα σχόλιο ακόμα