Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΟΕΡΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νοερό
νοερό
—
αιτιατική ενικού του νοερός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του νοερός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του νοερός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#338 · 23 Μαΐου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις