Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νοητά
επίρρημα
νοητά
—
Με το μυαλό, νοερά· όχι στην πραγματικότητα αλλά ως σκέψη ή φαντασία.
Wiktionary →
Dictionary
no.iˈta
Origin
νοητά < νοητός + -ά
adv
με νοητό τρόπο
adj
accusative, neuter, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νοητός
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#137 · 3 Νοεμβρίου 2021
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment