WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νουμά

noun

νουμάΥποτιμητικός όρος για γυναίκα, ιδίως για πόρνη/«ελαφρών ηθών».

Daily Puzzle #1393 · 12 Απριλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα