WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

νταής

noun

νταήςΆτομο που κάνει τον μάγκα και τον σκληρό, συχνά με επιθετική ή νταηλίδικη συμπεριφορά.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1639 · 14 Δεκεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα