Originνταής < (άμεσο δάνειο) τουρκική dayı (θείος, προστάτης) + -ς
- τίτλος του κυβερνήτη του Εγιαλετίου του Αλγερίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και της Τύνιδας και της Τριπολίτιδας)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Νταή)
Formsνταής(singular, nominative) · νταήδες(nominative, plural) · νταή(genitive, singular) · νταήδων(genitive, plural) · νταή(accusative, singular) · νταήδες(accusative, plural) · νταή(singular, vocative) · νταήδες(vocative, plural) · νταής(masculine) · Νταής(masculine) · Dais(transliteration, Latin)