ˈdus
Ετυμολογίαντους < (λόγιο δάνειο) γαλλική douche (< ιταλική doccia < γαλλική ductio < duco), αναδανεισμός του ντουζ
- συσκευή στην οποία εκτοξέυεται νερό με πίεση για το πλύσιμο του σώματος κάποιου
- το πλύσιμο του σώματος, το μπάνιο, καταιόνηση, καταιονισμός
“Επειδή σήμερα ίδρωσα πολύ, θα κάνω ένα ντους.”
Τύποιντους(invariable, neuter) · Ντους(masculine) · Dous(transliteration, Latin)