Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΩΔΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νωδού
νωδού
—
γενική ενικού του νωδός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, singular
γενική ενικού του νωδός
genitive, singular
γενική ενικού του νωδό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#501 · 2 Νοεμβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις