Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΟΘΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νόθου
νόθου
—
γενική ενικού του νόθος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Νόθου < → λείπει η ετυμολογία
adj
genitive, singular
γενική ενικού του νόθος
genitive, singular
γενική ενικού του νόθο
name
γυναικείο επώνυμο
Τύποι
Νόθου
(feminine)
·
Nothou
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#570 · 10 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις