Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΝΟΝΑΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
νόνας
νόνας
—
γενική ενικού του νόνα
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
Νόνας < → λείπει η ετυμολογία
noun
genitive, singular
γενική ενικού του νόνα
name
ανδρικό επώνυμο
Τύποι
Νόνας
(masculine)
·
Νόνα
(feminine)
·
Nonas
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1592 · 28 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις